Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Η ΑΠΕΙΛΗ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΤΑΛΙΑΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ

Δύο χρόνια μετά την έναρξη της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης, οι Ευρωπαίοι ηγέτες, υπό την άτεγκτη καθοδήγηση της Γερμανίας, φάνηκε πρόσφατα να θεωρούν ότι η νέα συνθήκη για την ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, η πλημμύρα της φτηνής ρευστότητας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και η συμφωνία για την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους απέτρεψαν όλους τους άμεσους κινδύνους και καθησύχασαν τις αγορές. 

Γiα κάποιες βδομάδες φαίνονταν να δικαιώνονται καθώς τα σπρεντ των ιταλικών και ισπανικών ομολόγων είχαν μειωθεί δραστικά χάρις στην ισχυρή ζήτηση των εγχώριων τραπεζών στις δημοπρασίες με τα χρήματα που έπαιρναν από την ΕΚΤ. Να όμως, που με αφετηρία τη διαμάχη μεταξύ της κυβέρνησης Ραχόι και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το ισπανικό έλλειμμα και την ανακοίνωση ενός προϋπολογισμού δρακόντειας λιτότητας από τη Μαδρίτη,  τα ισπανικά σπρεντ πήραν ξανά την ανηφόρα ξεπερνώντας χθες τις 400 μονάδες βάσης. Κι από κοντά ακολούθησαν και τα ιταλικά, φτάνοντας περί τις 350 μονάδες βάσης, ως συνέπεια της διένεξης μεταξύ του Μάριο Μόντι, των ιταλικών συνδικάτων και κομμάτων της κεντροαριστεράς και των εκπροσώπων των Ιταλών βιομηχάνων και των άλλων κατηγοριών εργοδοτών σχετικά με τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά απασχόλησης...


Οι αναλυτές μιλούν πια για ‘μεταρρυθμιστική κόπωση’ που μετά την Ελλάδα πλήττει και την Ιταλία και την Ισπανία. Αναγνωρίζουν μεν ότι οι κυβερνήσεις της ευρωπαϊκής περιφέρειας – Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία – έχουν προχωρήσει σε ριζικές μεταρρυθμίσεις στα συστήματα των συντάξεων, της απασχόλησης και της κοινωνικής πρόνοιας, που ήσαν αδιανόητες πριν μερικά χρόνια, βλέπουν ωστόσο ότι η σχετική δυναμική έχει αρχίσει και … εξατμίζεται, υπό τις αυξανόμενες αντιστάσεις κομμάτων και συνδικάτων αλλά και τις ακαμψίες κάποιων ισχυρών εθνικών δομών.

Οι εξελίξεις στην Ιταλία είναι χαρακτηριστικές. Μετά από μια μάλλον αδικαιολόγητη για έμπειρο τεχνοκράτη … κρίση αισιοδοξίας όπου δήλωνε ότι ‘η Ευρωζώνη έχει αφήσει τα χειρότερα πίσω της’, ο τεχνοκράτης πρωθυπουργός της Ιταλίας Μάριο απείλησε για πρώτη φορά την περασμένη βδομάδα ότι θα εγκαταλείψει την πρωθυπουργία με αφορμή το νομοσχέδιο για τη διευκόλυνση των εργατικών απολύσεων.

Ο Μάριο Μόντι προειδοποίησε τους Ιταλούς ότι η τεχνοκρατική κυβέρνησή του δεν θα εξαντλήσει τη θητεία της που φτάνει ως το 2013 αν συνδικάτα και πολιτικοί δεν του επιτρέψουν να προωθήσει την εργατική μεταρρύθμιση. Ακολούθησε την Κυριακή η δημοσίευση των αποτελεσμάτων δημοσκόπησης του ινστιτούτου ISPO που έδειξε ότι τα δύο τρίτα των Ιταλών έχουν αρνητική στάση απέναντι στην εργατική μεταρρύθμιση και ότι η δημοτικότητα και του ιδίου του Μόντι έχει βυθιστεί στα τάρταρα. Υπό τις συνδυασμένες πιέσεις του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος και των ιταλικών συνδικάτων, ο Μόντι αποφάσισε να κάνει πίσω, αφενός προωθώντας την εργατική μεταρρύθμιση ως κανονική νομοθεσία – η οποία θα πάρει αρκετούς μήνες διαβουλεύσεων – και μην επιβάλλοντας μέσω προεδρικού διατάγματος όπως είχε κάνει με τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Και αφετέρου αποδεχόμενος το κύριο αίτημα των συνδικάτων και αφαιρώντας από τον υπό προετοιμασία εργατικό νόμο την ‘πέτρα του σκανδάλου’ – το  άρθρο 18 που έδινε στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να κάνουν απολύσεις για οικονομικούς λόγους χωρίς ο εργαζόμενος να μπορεί να προσφύγει στο δικαστήριο για να την ακυρώσει – και επιστρέφοντας στο παλαιό καθεστώς σύμφωνα με το οποίο ένα δικαστήριο έχει το δικαίωμα να ζητήσει από μια εταιρεία να ξαναπροσλάβει έναν απολυμένο εργαζόμενο αν κρίνει πως η απόλυση δεν έγινε για λόγους οικονομικούς.

Κατόπιν τούτων, η αντίδραση της Confidustria, της Ένωσης των Ιταλών Βιομηχάνων ήρθε χτες σκληρή και άμεση. Η επικεφαλής της μεγαλύτερης ένωσης των Ιταλών εργοδότων Έμμα Μαρσεγκάλια δήλωσε ότι το κείμενο του νέου νομοσχεδίου είναι ‘πολύ κακό’, ότι δεν έχει καμία σχέση με ό,τι συμφωνήθηκε στις σχετικές διαπραγματεύσεις και πως από μια τέτοια μεταρρύθμιση ‘είναι προτιμότερο να μην γίνει τίποτα’. Στο πλευρό της Μαρσεγκάλια βρέθηκαν και οι άλλες κατηγορίες εργοδοτών, από τις τράπεζες, τις ασφαλιστικές, τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις και το λιανεμπόριο. Παράλληλα, ισχυρές αντιστάσεις βρίσκει στην Ιταλία και η απελευθέρωση ορισμένων από τα λεγόμενα ‘κλειστά επαγγέλματα’,  κυρίως των δικηγόρων και των ταξί.

Ανάλογες δυσχέρειες παρουσιάζονται και στην Ισπανία όπου πριν μια βδομάδα οι Ισπανοί … χάρισαν στον συντηρητικό πρωθυπουργό Μαριάνο Ραχόι την πρώτη του ήττα στις περιφερειακές εκλογές της Ανδαλουσίας. Είναι αλήθεια βέβαια ότι η κεντροδεξιά του Ραχόι κατέγραψε υψηλά ποσοστά σε μια περιοχή που παραδοσιακά αποτελεί κοιτίδα των Σοσιαλιστών, αλλά ο Ραχόι απογοητεύτηκε καθώς περίμενε ισχυρή εντολή για περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όμως είδε τον συνασπισμό των Σοσιαλιστών και της Αριστεράς να συγκεντρώνουν περισσότερες έδρες και να αναλαμβάνουν τη διακυβέρνηση της Ανδαλουσίας.

Ο Ισπανός πρωθυπουργός έχει ήδη προωθήσει μεταρρυθμίσεις στην αγορά απασχόλησης διευκολύνοντας τις απολύσεις των εργαζομένων και μεταβάλλοντας τους όρους των συλλογικών διαπραγματεύσεων σε βάρος των συνδικάτων. Η ισπανική απεργία όμως ενάντια στα μέτρα Ραχόι της περασμένης εβδομάδας είχε υψηλή συμμετοχή και άφθονη αστυνομική βία. Την επόμενη της απεργίας ακολούθησε η κατάθεση ενός προϋπολογισμού δρακόντειας λιτότητας και δυο μέρες αργότερα μια ισπανική δημοπρασία που πήγε … κατά διαόλου καθώς οι προσφορές δεν κάλυψαν τη ζήτηση με αποτέλεσμα, από εκεί και πέρα, την ταχεία άνοδο των ισπανικών σπρεντ.

Κι όλα αυτά χωρίς να έχουν θιγεί ακόμη τα πιο δύσκολα σημεία μιας όντως φιλόδοξης μεταρρυθμιστικής που επί του παρόντος δεν έχει καν περιγραφεί καθώς αφορά το θέμα ταμπού των αυτόνομων περιοχών.  Όπως δήλωσε ο Χοσέ Μαρία Ντε Αλρέιζα, νομικός, στο Ρόιτερ, ‘αυτό που δεν έχει καθόλου αλλάξει στην Ισπανία είναι η δομή της χώρας – το περιφερειακό σύστημα, το μέγεθος της δημόσιας διοίκησης, οι αρμοδιότητες φορολόγησης και δημοσίων δαπανών των αυτόνομων περιφερειών. Στις περιφέρειες όλοι θέλουν να μιμηθούν τους Καταλανούς’, σημειώνει, παραπέμποντας στο πλούτο της αυτόνομης Καταλονίας, τονίζει ενώ υπάρχουν κι άλλοι ισχυροί πόλοι αντίστασης στο χώρο των επιχειρηματικών συμφερόντων, ιδίως του ενεργειακού τομέα και των τραπεζών. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου